Δευτέρα 20 Ιανουαρίου 2014

Λίμνη Κρεμαστών : 50 χρόνια μετά… ένα οδοιπορικό στο χώρο και το χρόνο!




Ένα συγκλονιστικό αφιέρωμα του φίλου συμπατριώτη Θωμά Κώτσια για το blog “Ευρυτάνας ιχνηλάτης”



Το τίμημα της Ανάπτυξης


  • Αν στο μύθο της αρχαιότητας ο Ηρακλής νικώντας τον μεταμορφωμένο σε ταύρο Αχελώο, παίρνει το κέρας σαν σύμβολο της αφθονίας, στα Κρεμαστά η γνώση και η τεχνολογία στα χέρια των ανθρώπων που δούλεψαν εκεί μεταμορφώνουν την ορμή του σε ηλεκτρικό ρεύμα και τα νερά του σε μια τεράστια λίμνη, αλλάζοντας οριστικά το τοπίο και τη ζωή των ανθρώπων που κατοικούσαν κοντά του.


Από το 1955 η Ελλάδα προσπαθεί να επουλώσει τις πληγές της με πρώτη προτεραιότητα σ΄ ολόκληρη την ελληνική επικράτεια τον εκτεταμένο εξηλεκτρισμό της χώρας. Ανάμεσα στα φαράγγια και τα βουνά της ηπειρωτικής Ελλάδας δημιουργούνται γαιοφράγματα και λίμνες που αλλάζουν οριστικά την εικόνα της. Το «ιδανικό» της εκβιομηχάνισης προσθέτει στο ελληνικό τοπίο νέα ιδεολογικά σύμβολα που εξυμνούν το βιομηχανικό πολιτισμό και τις αρετές της τεχνολογίας. Η μονόπλευρη ανάδειξη της νησιωτικής Ελλάδας που θεμελίωσε η μεταπολεμική τουριστική πολιτική, αγνοούσε την ομορφιά της άλλης Ελλάδας που σιγά–σιγάσήμερα ανακαλύπτουμε.


Πριν την έναρξη του έργου ο χώρος των Κρεμαστών και ότι κάλυψαν τα νερά της λίμνης είναι ένα κράμα όπου γη, άνθρωπος, παραδόσεις και το ίδιο το ποτάμι συνθέτουν ένα ενιαίο, σχεδόν κλειστό σύνολο. Η περιοχή διαθέτει μια απαράμιλλη φυσική ομορφιά και παρ’ ότι είναι φορτωμένη με σημαντικά ιστορικά, πολιτιστικά και θρησκευτικά μνημεία, παραμένει αθέατη και αναξιοποίητη.





Αυτές τις εικόνες του φυσικού χώρου διαδέχονται εκείνες όπου η περιοχή αποψιλώνεται και το τοπίο τεμαχίζεται. Στα Κρεμαστά η φυσική αγριάδα του τοπίου αντιδιαστέλλεται με την επιβλητικότητα του συνεχούς υψούμενου φράγματος και των εργοταξίων που το περιβάλλουν. Γερανοί, βαριά μηχανήματα, αδρανή υλικά, συνθέτουν ένα τραυματισμένο τοπίο με την αθέατη πλευρά που αφορά τη συμμετοχή και των ντόπιων στο έργο.


Τα έργα στα Κρεμαστά σημάδεψαν με θετικές και αρνητικές επιπτώσεις έναν κόσμο που για αιώνες μέχρι τότε ζούσε έτσι όπως ο καθένας ήξερε και μπορούσε με τις παραδοσιακές ασχολίες, τα αγροτικά και την κτηνοτροφία. Όμως η εποχιακή αναζήτηση δουλειάς στο φράγμα, παράλληλα με τις ασχολίες τους σιγά- σιγά τους οδηγεί σε σταθερότερη εργασία, κάνοντας συνολικά επαναπροσδιορισμούς που τους απομακρύνει από το χθες.


Η διαδικασία αναζήτησης μεροκάματου και οι συνθήκες εργασίας καθορίζονταν από σημειώματα παραγόντων της εποχής, ανθρώπων των μηχανισμών και της εξουσίας με αντάλλαγμα τη χειραγώγηση και τον έλεγχο. Το Αγρίνιο αποτέλεσε το κέντρο διερχομένων για τα Κρεμαστά, από εκεί δίνονταν τα σημειώματα για τις εταιρίες όπου η παντοδυναμία του εργοδηγού και του επιστάτη ήταν αδιαμφισβήτητη.


Κάποια οικήματα στον οικισμό πάνω από το φράγμα αλλά και κοντά σ’ αυτό δέχονταν να ξεκουράζουν τα κουρασμένα απ’ τη δουλειά κορμιά των εργατών που συνωστίζονταν σ’ αυτά χωρίς όρια. Μια συμβίωση προβληματική, άνθρωποι από κάθε γωνιά της Ελλάδας, κουβαλώντας ο καθένας τα δικά του βάσανα, συνυπήρχαν σε ασυντήρητα κτήρια, όπου οι πόρτες γίνονταν κρεβάτια και όταν έφευγε ο ένας για βάρδια, πήγαινε να κοιμηθεί ο άλλος. Από το ξεκίνημα των έργων η «Astoria», ένα καφέ-μπαρ στον οικισμό πάνω από το φράγμα  ήταν μετά την δουλειά, ο τόπος συνάντησης των συμπατριωτών μας για επικοινωνία, ένα τηλεφώνημα. Να πάρουν ή να στείλουν κάποιο μήνυμα ή λίγα χρήματα στην οικογένεια,  στα χωριά μας που όλο και κάποιος πήγαινε ή έρχονταν.





Οι συγκρούσεις ήταν καθημερινό φαινόμενο. Για εργατική νομοθεσία και δικαιώματα ούτε λόγος. Η περιοχή μας παρά τους τραυματισμούς και τις αναπηρίες  συμπατριωτών δεν θρήνησε θύματα, από άλλες περιοχές όμως, άνθρωποι στοίχειωσαν με το αίμα τους το έργο φτάνοντας, σύμφωνα με τα στοιχεία της ΔΕΗ, τους 30 νεκρούς τουλάχιστον!!! Η λαϊκή μας μούσα εκφρασμένη από άγνωστους παραδοσιακούς τραγουδοποιούς και οργανοπαίκτες αποτύπωσε αυτό τον τραγικό απολογισμό σε ένα 45αρι δισκάκι της εποχής του pic-up τότε και γινόταν ανάρπαστο τόσο απ’ τους εργάτες του τεράστιου αυτού έργου όσο και από τους κατοίκους στην περιοχή μας, «Κακό μεγάλο έγινε στα έργα του Αχελώου, σκοτώθηκαν πολλά παιδιά μέσα στις γαλαρίες…..»




Χαρακτηριστικό δείγμα υποτίμησης των μέτρων ασφαλείας και της ανθρώπινης ζωής από την ίδια την πολιτεία εκείνα τα …δίσεκτα  χρόνια, ήταν η αντιμετώπιση  μιας αυθόρμητης απόπειρας διαμαρτυρίας μετά από εργατικό δυστύχημα με ένα νεκρό στα έγκατα μιας από τις γαλαρίες όπου έφερε την Επιθεώρηση Εργασίας μόνο μέχρι τα γραφεία της εταιρίας στον οικισμό Ορφανού πάνω από το φράγμα και όχι στον τόπο του δυστυχήματος, ενώ έξω από τη γαλαρία ο εργοδηγός απ’ τη μια πλευρά της εισόδου και ο ταμίας της εταιρίας απ’ την άλλη, διάβαζαν τα ονόματα της βάρδιας και οι εργαζόμενοι στη σειρά είχαν να επιλέξουν αν θα μπουν μέσα για δουλειά ή θα περάσουν απ’ τον ταμία για εξόφληση και απόλυση. Για σωματείο βέβαια ούτε λόγος, εκείνα τα χρόνια  κάθε κίνηση για συνδικάτο ήταν αδιανόητη όχι μόνο από τους εργοδότες, αλλά από τον ίδιο τον κρατικό μηχανισμό.





Σε αυτή την σειρά έξω από την γαλαρία που έπρεπε «να αποφασίσω με το πιστόλι  στον κρόταφο» βρέθηκα ό ίδιος ο γράφων σαν εργαζόμενος,  σε μια τρυφερή ηλικία, βίαιης ωρίμανσης  που σημάδεψε τη ζωή μου και την αντίληψη μου για τον κόσμο, το δίκιο και το άδικο, τα εργατικά δικαιώματα, στη δεύτερη φάση των έργων που συνεχίστηκαν για χρόνια και μετά την λειτουργία του φράγματος και την  δημιουργία της λίμνης.


Η ολοκλήρωση του έργου υπογραμμίζεται απ’ την κυριαρχία των πυλώνων που θα μεταφέρουν το ρεύμα, τις συντεταγμένες σήραγγες εκτροπής, την εγκατάσταση του εργοστασίου παραγωγής, τον τεράστιο υπερχειλιστή.




Το φράγμα δεν είναι μόνο ένα κολοσσιαίο έργο. Η κατασκευή του συνεργεί στη γένεση ενός καινούργιου τοπίου, καθώς η τεχνητή λίμνη δημιουργεί απρόβλεπτους νέους φυσικούς συσχετισμούς. Ο άνθρωπος, βέβαια, από την αρχαιότητα επιχειρούσε το δυναμικό έλεγχο των φυσικών στοιχείων με αναπόφευκτες κοινωνικές και αισθητικές συνέπειες. Έτσι και η δημιουργία της λίμνης γεννά ταυτόχρονα βίαιες ανατροπές, διαταράσσει τον κοινωνικό ιστό και θέτει αναπάντητα ερωτήματα κατά πόσο ορίζεται φυσικό τοπίο αυτό που απαρτίζεται από φυσικά στοιχεία αλλά δεν είναι, όμως, αποτέλεσμα φυσικής διαδικασίας.



Ο Ξεριζωμός


Πολλοί που ο τόπος τους θα χάνονταν κάτω απ’ τα νερά της λίμνης έπρεπε να αποφασίσουν για το μετά.


Ο χρόνος και η λήθη τείνει να σβήσει απ’ τις μνήμες μας τις συγκλονιστικές εικόνες μιας βίαιης ανατροπής και να χαθεί έτσι μία σημαντική πλευρά της ιστορίας των κατοίκων της περιοχής μας. Ο ξεριζωμός των χωριών μας που βρίσκονται στην κοίτη του Αχελώου με τους παραποτάμους του και μέσα στα προβλεπόμενα όρια της στάθμης της λίμνης , ήταν μια σκληρή δοκιμασία. Τα παιδιά μας πρέπει να ξέρουν ότι κάτω απ’ τη σημερινή ομορφιά της λίμνης, που η φύση δημιούργησε ξανά και μπορούν σήμερα να χαίρονται, υπάρχουν θαμμένα χωριά, υπάρχουν τα δάκρυα των ανθρώπων που ξεριζώθηκαν βίαια απ΄ τον τόπο τους, πληρώνοντας το τίμημα του εξηλεκτρισμού και της ανάπτυξης της σημερινής σύγχρονης Ελλάδας.




Το 1963 με την ολοκλήρωση του φράγματος για όσους είχαν χωράφια ή σπίτια που θα έπνιγε η λίμνη, άρχισε η διαδικασία καταγραφής των περιουσιακών τους στοιχείων προκειμένου να αποζημιωθούν. Την ίδια χρονιά η περιοχή μας δοκιμάζεται από πρωτοφανείς  πλημμύρες, χωριά ολόκληρα χάνονται κάτω από την λάσπη παίρνοντας μαζί τους για πάντα ανθρώπους, όπως στο Μικρό Χωριό, ένα κομμάτι της Τατάρνας, το παλιό χωριό Παλιοκάτουνο, τα Κέδρα και πολλά άλλα, ενώ ο Αχελώος τεράστιος και αγέρωχος δέχεται όλο αυτό τον όγκο νερού, χωρίς αντιπλημμυρικά έργα, πνίγει στη λάσπη τον κάμπο της  κοιλάδας του κι ένα μεγάλο μέρος απ΄ τα χωράφια που υπήρχαν εκεί δεν ξεχωρίζουν για να καταγραφούν. Τίτλοι ιδιοκτησίας δεν υπάρχουν και πολλά απ’ αυτά χαρακτηρίζονται σαν ιδιοκτησίας « ελληνικού δημοσίου». Αρκετοί συμπατριώτες μας  οδηγούνται μέσω των κομματαρχών στα γραφεία  των πολιτικών παραγόντων στη γνωστή πελατειακή λογική και σε ένα όργιο επιλεκτικών διευθετήσεων.


Η αυθαίρετη καταγραφή και αποτίμηση των αποζημιώσεων απ’ τη ΔΕΗ ξεσήκωσε αντιδράσεις και  διοργανώνεται συλλαλητήριο διαμαρτυρίας στη γέφυρα στο χωριό Σίδερα της Επισκοπής όπου συμμετέχουν όλα τα χωριά που ξεριζώνονταν και έχαναν τις περιουσίες τους. Όμως το μετεμφυλιοπολεμικό κλίμα της εποχής δεν επιτρέπει τέτοιες «οχλοκρατικές και ύποπτα καθοδηγούμενες εκδηλώσεις» κατά της «καθεστηκυίας και εννόμου τάξεως». Τα τάγματα εφόδου της Χωροφυλακής επιτίθενται στους διαδηλωτές βάναυσα με δακρυγόνα και συλλήψεις και οδηγούν πολλούς στα κρατητήρια και τις φυλακές με βαριές κατηγορίες. Έτσι ένας αγώνας για να έχουν και οι ίδιοι οι κάτοικοι λόγο στον ξεριζωμό τους καταστέλλεται πριν ξεκινήσει…




Χαρακτηριστικό στοιχείο που καταγράφει και τη νοοτροπία της εποχής, ιδιαίτερα όσων έχαναν τα σπίτια τους, είναι οι εναλλακτικές προτάσεις της ΔΕΗ για αποκατάσταση των πληγέντων στον κάμπο του Αγρινίου, και κυρίως στα χωριά Μεγάλη Χώρα, Τριαντέικα, κ. α. όπου σήμερα ζουν και προοδεύουν οι συμπατριώτες μας και οι επίγονοι τους. Κυκλοφορούσαν στα χωριά μας οι κατόψεις των σπιτιών που η ΔΕΗ αναλάμβανε την υποχρέωση να παραδώσει στους δικαιούχους όπου προέβλεπαν ένα ή δυο δωμάτια, κουζίνα και λουτρό. Με το δικό μας χαρακτηριστικό τρόπο διακωμωδούνταν ιδιαίτερα η ύπαρξη λουτρού (WC) μέσα στο σπίτι και  εκφράζονταν η βεβαιότητα  ότι όλα αυτά είναι παραμύθια και ότι τίποτα δεν πρόκειται να γίνει, γι’ αυτό καλά θα κάναμε να προτιμήσουμε τις αποζημιώσεις σε χρήμα. Πολλοί με διάφορους τρόπους πέτυχαν και τα δύο, άλλοι προτίμησαν τα χρήματα. Η περιοχή μας βγαίνοντας μόλις από μια ανταλλακτική οικονομία όπου οι ανάγκες καλύπτονταν κύρια με ανταλλαγές προϊόντων και ο κόσμος δεν ήταν ιδιαίτερα εξοικειωμένος με χρήματα και μάλιστα μεγάλα ποσά, για ένα διάστημα είχαμε διάφορα κωμικοτραγικά φαινόμενα αλόγιστης σπατάλης αυτών των χρημάτων χωρίς να πιάσουν τόπο και να αξιοποιηθούν σωστά, ευτυχώς από λίγους.




Οι μπουλντόζες αρχίζουν το γκρέμισμα, τα σπίτια ισοπεδώνονται και μόνο οι εκκλησίες παραμένουν όρθιες από το… «φόβο των Αγίων». Οι άνθρωποί μας μαζεύουν το κουράγιο τους και ότι μπορούν να πάρουν μαζί τους αναζητώντας νέους τόπους να στεγάσουν τα όνειρά τους Οι εικόνες είναι συγκλονιστικές: Οι άνθρωποι αρνούνται την οπισθοχώρηση της παράδοσης μπροστά στον καλπάζοντα εκσυγχρονισμό του οποίου γίνονται θύματα. Φορτώνουν ότι μπορούν να πάρουν μαζί τους, ακόμα και από τα γκρεμίσματα των σπιτιών τους, όπως ξυλεία, λαμαρίνες, πορτοπαράθυρα. Πολλοί δεν μπορούν να τους αποχωριστούν και ξεθάβουν τα κόκκαλα των νεκρών τους. Νέες πατρίδες τους υποδέχονται για να ξαναπιάσουν το κουβάρι της ζωής τους απ’ την αρχή, όχι όμως όπως ήξεραν, αλλά όπως βρήκαν.




Μαζί με το έργο ισοπέδωσης των κτιρίων, για ένα με δύο χρόνια εκατοντάδες συμπατριώτες μας ανέλαβαν να αποψιλώσουν και να εκμεταλλευτούν τα δάση μέχρι το ύψος της στάθμης που προβλέπονταν να φτάσουν τα νερά της λίμνης. Τσεκούρια, κόφτρες και για πρώτη φορά αλυσοπρίονα αποδεκάτισαν χιλιάδες στρέμματα δάσους με πουρνάρια, αριές, βαλανιδιές, πλατάνια και άλλα είδη ξυλείας  για την παραγωγή  καυσόξυλων και ξυλοκάρβουνου που αναπτύχτηκε σε συνεταιριστική βάση και για πολλά χρόνια αργότερα συνεχίστηκε σαν μια παράλληλη δραστηριότητα και συνέβαλλε στην τοπική οικονομία.


Η λίμνη άρχισε να κατακλύζει μέρα με τη μέρα τον τόπο. Κάτω απ’ τα νερά της χάνονται για πάντα σημαντικά μνημεία, γεφύρια, εκκλησίες, μοναστήρια, σπίτια, χωράφια, αλώνια. Από τα διάφορα ξάγναντα στα υψώματα περιφερειακά της λίμνης, οι άνθρωποι  καθημερινά παρακολουθούν την άνοδο της στάθμης και αποχαιρετούν με σπαραγμό αγαπημένα μέρη συνδεδεμένα απόλυτα με την ζωή τους και την ύπαρξη τους. Οι ξεριζωμένοι σφραγίζουν με ένα  τελευταίο θολό απ’ τα δάκρυα βλέμμα τον τόπο τους που θα διατηρείται μόνο στη μνήμη. Οι ηλικιωμένοι δεν θα ξαναγυρίσουν παρά για να ταφούν στα χώματα που έζησαν.




Σε λίγο πάνω απ’ τα σπίτια και τα αγαπημένα μέρη θα περνά ένα φέρυ-μπόουτ για να τους μεταφέρει με τα τελευταία υπάρχοντά τους στο νέο τόπο που εγκαθίστανται. Τους δρόμους που διέκοψε η λίμνη αναλαμβάνουν τώρα να συνδέσουν τα φέρυ-μπόουτ. Δύο, τα μεγαλύτερα που ναυπηγήθηκαν επί τόπου, θα εξυπηρετήσουν με πορθμείο (για χρόνια μέχρι να ολοκληρωθεί η κατασκευή της γέφυρας Επισκοπής, τον οδικό άξονα Καρπενησίου- Αγρινίου). Υπάρχουν ακόμα οι προβλήτες κάτω από το χωριό Αι Γιώργης από την πλευρά της Ευρυτανίας και πάνω από το πνιγμένο χωριό Αι Βασίλης από την πλευρά την Αιτωλ/νίας. Τα δύο μικρότερα κάθε Δευτέρα και Παρασκευή ξαναζωντανεύουν τις αυτοσχέδιες προβλήτες των παραλίμνιων χωριών από ανθρώπους που ακόμα δεν το παίρνουν απόφαση και πηγαινοέρχονται ανάμεσα στον παλιό και στον νέο τόπο διαμονής, μαζί με ζώα και πράγματα μέχρι την κατασκευή της γέφυρας Τατάρνας, ενός έργου με παγκόσμια κατασκευαστικά ρεκόρ και τεράστιο κόστος για την εποχή, που θα μπορούσε να ονομάζεται και «γέφυρα της ντροπής» αφού για 15 ολόκληρα χρόνια παρέμενε ανεκμετάλλευτη χωρίς δυνατότητες πρόσβασης και οδικής σύνδεσης και από τις δύο πλευρές της. Το δρομολόγιο ξεκινά το πρωί  από την προβλήτα του Αι Βασίλη και συνδέει τα χωριά της Ευρυτανίας με αυτά του Βάλτου φτάνοντας μέχρι  τη Σιβίστα και τα στενά παλιά περάσματα του Αχελώου στο δρόμο για Εμπεσό. Επιστρέφει σε μια αντίστροφη πορεία το απόγευμα στον Αι Βασίλη με ανταπόκριση λεωφορείου για το Αγρίνιο. Οι ανύπαρκτοι δρόμοι της Ευρυτανίας και το μακρινό Καρπενήσι αναδείχνει τη νέα συγκοινωνία  σαν τη σωτήρια λύση επικοινωνίας για τα παραλίμνια χωριά, ενώ δεν είναι λίγα τα δρομολόγια εκτάκτου ανάγκης με  τα αυτοσχέδια φορεία στους ώμους των κατοίκων για να μεταφέρουν ασθενείς στις προβλήτες.




Αξίζει να σημειωθεί ότι ιδιαίτερα σημαντική στην διαφύλαξη της ιστορικής μνήμης, των τοπίων και των πολιτιστικών και ιστορικών μνημείων που χάθηκαν  καθώς και της τραγικότητας των στιγμών αυτής της βίαιης ανατροπής είναι οι φωτογραφίες και το υλικό έτσι όπως καταγράφηκε και σώζεται από τον αείμνηστο Κώστα Μπαλάφα, έναν από του μεγαλύτερους Έλληνες φωτογράφους της Εθνικής μας Αντίστασης και της μεταπολεμικής Ελλάδας. Μεγάλο μέρος αυτού του υλικού διατέθηκε από τον φωτογράφο στο Μουσείο Φωτογραφίας της Θεσσαλονίκης και παρουσιάστηκε σε σχετική έκθεση πριν περίπου μια δεκαετία με τίτλο «Τα αντίρροπα ρεύματα του Αχελώου». μερικές από τις οποίες δημοσιεύουμε.


Οι ανατροπές όμως στη ζωή μας σαν συνέπεια αυτού του τεράστιου έργου δεν σταματούν εδώ. Ο σχηματισμός της λίμνης βάζει σε νέες περιπέτειες τον τόπο μας, αφού οι γεωλογικές μεταβολές που συντελούνται κατά την δημιουργία της  δημιουργούν τοπικούς σεισμούς και  νέα δεινά σε όσους απόμειναν στα χωριά μας. Ένα νέο κύμα ξεριζωμένων δίνει την  χαριστική βολή που μαζί με την φτώχεια  επιδεινώνουν την εγκατάλειψη με μία ανεπίστροφη πορεία μέχρι σήμερα. Χρόνο με το χρόνο οι κάτοικοι λιγοστεύουν, οι νέοι μας αναζητούν μια καλλίτερη ζωή μετανάστες στο εξωτερικό και στα μεγάλα αστικά κέντρα ή στο Καρπενήσι όπου τους παραχωρούνται οικόπεδα και κάποια δάνεια να στεγαστούν. Νέες οικογένειες δημιουργούνται πλέον σπάνια, τα σχολεία κλείνουν, στα μελαγχολικά καφενεία και στις πλατείες λίγοι απόμαχοι συνθέτουν ένα σκηνικό εγκατάλειψης και παρακμής.


Τα μετέπειτα χρόνια της ψεύτικης ευημερίας και των επιδοτήσεων δεν στάθηκαν ικανά να αλλάξουν την μοίρα του τόπου. Το όνειρο του διορισμού στο δημόσιο που συντήρησαν και εξέθρεψαν οι ίδιοι πολιτικοί που μας κουνούν σήμερα το δάκτυλο για τους δημοσίους υπαλλήλους και ψηφίζουν «ναι σε όλα» για να μας σώσουν, δρούσε αποτρεπτικά στο να δημιουργηθούν υποδομές και προϋποθέσεις για να  πιστέψουν όσοι παρέμειναν η ήθελαν να επιστρέψουν και να αξιοποιήσουν με τον κόπο τους. τις όποιες νέες αναπτυξιακές  δυνατότητες που διέθετε η περιοχή.




Σήμερα με τις  μνημονιακές πολιτικές, όλα αυτά τα έργα που κόστισαν τόσες δαπάνες, στερήσεις και πόνο για τον  εξηλεκτρισμό και την αναγκαία ανάπτυξη της χώρας μας, παραδίνονται βορά στα νύχια των διεθνών κερδοσκόπων απατεώνων που αποκαλούνται επενδυτές από τους ντόπιους εκπροσώπους τους, πωλούνται όσο-όσο διαψεύδοντας τις ελπίδες όσων θυσιαστήκαν στο βωμό για την αυτοδύναμη ανάπτυξη και για την ανεξαρτησία της χώρας μας. Τα υδροηλεκτρικά φράγματα και ολόκληρη η ΔΕΗ παραδίδονται στα ιδιωτικά συμφέροντα μαζί με όλες τις πλουτοπαραγωγικές πηγές, τη δημόσια περιουσία και όλα αυτά ονομάζονται σωτηρία της χώρας μας. Τι και αν δεκάδες χιλιάδες νοικοκυριά κάθε χρόνο μετά τα μνημόνια, ξαναγυρίζουν στη λάμπα πετρελαίου και στην ξυλόσομπα , τι και αν το ρεύμα το νερό και άλλες   παροχές όπως η παιδεία, η υγεία, από κοινωνικά αγαθά γίνονται εμπόρευμα, τι και αν το αποτέλεσμα αυτής της πολιτικής μας οδηγεί σε βαθύτερη ύφεση και ανεργία, γι’ αυτούς τώρα είναι η ευκαιρία και δεν θα την χάσουν, οι συνέπειες δεν τους αφορούν, αυτές αφορούν εμάς τα θύματα της πολιτικής τους. Γι’ αυτούς υπέρτατη αξία πάνω από τις ζωές μας είναι το κέρδος, έτσι αντιλαμβάνονται τη «σωτηρία της χώρας», πάνω στα συντρίμμια της κοινωνίας. Αυτή όμως είναι και η σταγόνα που θα ξεχειλίσει το ποτήρι της οργής μας για να παρασύρει τα φράγματα και τις όποιες ακόμα αναστολές και ψευδαισθήσεις  μας συγκρατούν και ανεχόμαστε μια καταστροφή που ξαναγυρίζει τη ζωή μας πίσω σε κείνα τα χρόνια και που ξεδιάντροπα  την ονομάζουν «σωτηρία». Θέλω να πιστεύω ότι δεν θα είναι μακριά αυτή η μέρα. 
Το άρθρο αυτό πρωτοδημοσιεύτηκε το 2003 στο περιοδικό «Απεραντιακά» τεύχος 102 από τον Θωμά Κώτσια υπεύθυνο έκδοσης  του περιοδικού και μέλος τότε του Δ.Σ. του Συλλόγου Απεραντίων, αναφέρονταν όμως στα όρια του τ. Δήμου Απεραντίων. Σήμερα στη μνημονιακή εποχή των μεγάλων ανατροπών και του ξεπουλήματος της ΔΕΗ, βελτιωμένο απ’ τον ίδιο, με περισσότερα στοιχεία και γενικότερες αναφορές στο σύνολο της περιοχής μας ξαναδημοσιεύεται με αφορμή και τα 50 χρόνια από την μεγάλη κοινωνική και περιβαλλοντική ανατροπή που έφερε στη Δυτική Ευρυτανία και την γειτονική μας Αιτωλοακαρνανία

Τετάρτη 13 Νοεμβρίου 2013

: «Διάθεση καυσόξυλων για ατομικές ανάγκες των κατοίκων της περιφέρειάς μας.»

ΘΕΜΑ : «Διάθεση καυσόξυλων για ατομικές ανάγκες των κατοίκων της περιφέρειάς μας.» 
 Σας γνωρίζουμε ότι, από την υπηρεσία μας παράγονται με αυτεπιστασία καυσόξυλα δρυός από τα 
δημόσια δάση της περιφέρειας μας τα οποία μπορούν να διατεθούν και για κάλυψη ατομικών αναγκών των 
κατοίκων σας, με την κάτωθι διαδικασία: 
1. Οι κάτοικοι της περιφέρειας του δασαρχείου Αμφιλοχίας, που επιθυμούν να προμηθευτούν καυσόξυλα 
παραγωγής Κ.Ε.Δ. θα απευθύνονται στις οικείες Δημοτικές Ενότητες για την συμπλήρωση της αίτησης και τη 
χορήγηση των σχετικών δικαιολογητικών: 
α)Βεβαίωση μόνιμης κατοικίας, β)Βεβαίωση συνταξιούχου ΟΓΑ, γ)Βεβαίωση πολύτεκνης ή τρίτεκνης 
οικογένειας , δ)βεβαίωση αναπηρίας σε ποσοστό άνω του 67% στ) Βεβαίωση μακροχρόνιας ανεργίας, 
ε)Βεβαίωση στρατευμένων οικογενειαρχών. 
2. Οι ανωτέρω μετά από σχετικό έλεγχο, Θα γνωματεύσουν επί των αιτήσεων και θα τις υποβάλλουν ανά 15μερο 
με συγκεντρωτική κατάσταση την τελευταία ημέρα του 15νθήμερου. 
3. Οι αιτούντες χωρίς άλλη ειδοποίηση, θα πηγαίνουν στο κοινοτικό κατάστημα Σταθά (Ποταμιά), πέντε ημέρες 
μετά την λήξη του 15νθήμερου, κάθε Πέμπτη από ώρα 08:00 έως 12:30 και στο διάστημα από 14 -11-2013 έως 12-
12-2013 για την πληρωμή του τιμήματος που αναλογεί και στη συνέχεια αυθημερόν στο δάσος για την φόρτωση 
των καυσόξυλων. 
Επειδή τα καυσόξυλα αυτά προορίζονται αποκλειστικά για την κάλυψη ατομικών αναγκών, απαγορεύεται η 
διάθεση τους σε τρίτους ή στο εμπόριο. Για το σκοπό αυτό η υπηρεσία μας θα ενεργεί σχετικούς ελέγχους και 
παραβάτες θα διώκονται ποινικά. 
 Το τίμημα διάθεσης έχει ως ακολούθως: 
Α) Για του μονίμους κατοίκους των τοπικών κοινοτήτων Σταθά, Αγριδίου της Δ.Ε. Ινάχου και των συνοικισμών 
Βαλμάδας και Θεριακησίου της Δ.Ε. Μενιδίου 17,27 Ευρώ κατά χ.κ.μ. στο δασόδρομο. 
Β) Για όσους από τους ανωτέρω είναι συνταξιούχοι ΟΓΑ, πολύτεκνες & τρίτεκνες οικογένειες, ανάπηροι σε ποσοστό 
άνω του 67%, μακροχρόνιοι άνεργοι καθώς και για τους στρατεύσιμους οικογενειάρχες και που οι συνταξιούχοι 
ΟΓΑ, οι πολύτεκνοι και οι οικογένειες των στρατεύσιμων κατά το χρόνο της θητείας τους είναι μόνιμοι κάτοικοι των 
ως άνω περιοχών 14,23 Ευρώ κατά χ.κ.μ. και μέχρι του ποσού των 10 χ.κ.μ. κατά δικαιούχο στο δασόδρομο, 
ανάλογα με την επάρκεια ή μη καυσόξυλων και τις πραγματικές ανάγκες του καθενός. 
Γ) Για του μόνιμους κατοίκους των τοπικών διαμερισμάτων Μενιδίου, Φλωριάδας της Δ.Ε. Μενιδίου και Λουτρού 
Ανοιξιάτικου της Δ.Ε. Αμφιλοχίας του Δήμου Αμφιλοχίας και Πατιόπουλο, Περδικακίου, Εμπεσού, Χαλκιοπούλων 
της Δ.Ε. Ινάχου 19,00 Ευρώ κατά χ.κ.μ. στο δασόδρομο. 
Δ) Για όσους από τους ανωτέρω εμπίπτουν στην περίπτωση της παραγράφου (β) δηλαδή είναι συνταξιούχοι ΟΓΑ, 
κ.λ.π., 15,65 Ευρώ κατά χ.κ.μ. στο δασόδρομο. 
Ε) Για τους πυροπαθείς και πληγέντες από θεομηνίες και οι οποίοι δεν περιλαμβάνονται στις παραπάνω 
παραγράφους 19,00 Ευρώ κατά χ.κ.μ, στο δασόδρομο. 
ΣΤ) Για τους κατοίκους της υπόλοιπης περιφέρειας του Δασαρχείου το τίμημα καθορίζεται κατά τον χρόνο 
έγκρισης διάθεσης των καυσόξυλων και θα ανέρχεται στο μέσο τίμημα που επιτεύχθηκε σε δημοπρασία στην 
περιοχή μας ή στη χώρα μειωμένο κατά 5% και μέχρι του ποσού των 10 χ.κ.μ. και για μονοτάξια σχολεία, εκκλησίες 
κ.λ.π., και 5 χ.κ.μ. κατά δικαιούχο για τους άνω κατοίκους. 
O Δασάρχης Αμφιλοχίας 

 Δημοσθένης Γ. Θεοχαρόπουλος M.Sc, Ph.D 
 Δασολόγος με βαθμό Γ΄ 

Κυριακή 3 Νοεμβρίου 2013

Μαλατέικα Αιτωλοακαρνανίας

Μαλατέικα (*) : οικισμός στην συμβολή του ποταμού Αχελώου με τον Ίναχο που μέχρι το 1968 ήταν ανεξάρτητη Κοινότητα, στην επαρχία Βάλτου - Αιτωλοακαρνανίας. Τώρα ανήκει στον ΔήμοΑμφιλοχίας. Αυτό που σφράγισε τον τόπο υπήρξε ο κατακλυσμός του απ' τα νερά της τεχνητής Λίμνης Καστρακίου το 1968. (* Άλλες γραφές: Μαλατέϊκα ή Μαλαταίικα ή Μαλατέϊκο...)
Παρ΄ ότι ο βασικός οικισμός των Μαλατεϊκων, έμεινε εκτός Λίμνης εν τούτοις πλημμύρησαν σχεδόν όλες οι καλλιεργήσιμες εκτάσεις. Σημειώνονται μερικοί από τους οικισμούς -τοποθεσίες που κατακλύσθηκαν εντελώς απ' τα νερά: το Πραντικό (αλλιώς Πρεβέτζα), το Αμπελάκι, η Γύρα, ο Άγιος Δημήτριος, το Μπαμπαλάκι (απέναντι απ' το Μπαμπαλιό), η Παλούμπα, η Λαχανού κλπ. Ελάχιστοι κάτοικοι απέμειναν με την καταστροφή του τόπου (4, 5 οικογένειες). Γνώρισε την πλήρη συγκοινωνιακή απομόνωση για περίπου 2 χρόνια (δηλ. μέχρι το 1970 περίπου) οπότε και κατασκευάσθηκε δρόμος επικοινωνίας με την Κοινότητα των Αμοργιανών με την οποία και συγχωνεύθηκε διοικητικά (εν συνεχεία, με τον Καποδίστρια, στον Δήμο Ινάχου).
Στην ιστορία του τόπου σημειώνεται η μάχη στο Μαλατέϊκο Λημέρι τον Αύγουστο του 1806 του Κατσαντώνη με στρατιωτικό τμήμα του Αλή Πασά. Το εκ πεντακοσίων Αλβανών απόσπασμα υπό τον Δερβέναγα Αλούς Μπεράτη κατατροπώθηκε αφήνοντας 40 νεκρούς στη Μάχη, ενώ σκοτώθηκαν 2 παληκάρια του Κατσαντώνη. Η επόμενη μάχη (1806) του Κατσαντώνη ήταν πάλι κοντά σ' αυτά τα μέρη, στη θέση Ληστή (κοντά στο Μπαμπαλιό) όπου παρά τα πλήγματα που υπέστη το εκ τριακοσίων Αλβανών Τζοχανταραίων στρατιωτικό σώμα υπό τον Δερβέναγα Μπεκύρ Τζουγαδούρο, εν τούτοις πέτυχε τον σοβαρό τραυματισμό του Κατσαντώνη. Ο τραυματισμένος Κατσαντώνης διέταξε τακτική υποχώρηση. Μετά ένα μήνα έφτασε στα ρωσοκρατούμενα τότε Επτάνησα για θεραπεία του τραύματός του...(1)
Απ' τα σπουδαιότερα μνημεία που χάθηκαν μέσα στα νερά σημειώνεται ο Βυζαντινός ναός Κοίμηση της Θεοτόκου στην Πρεβέτζα. Ήταν αξιόλογο μνημείο του Δεσποτάτου της Ηπείρου, κτισμένη από τον 13ο Αιώνα με εντυπωσιακό κεραμοπλαστικό διάκοσμο και κεράμινες επιγραφές στην ανατολική πλευρά. Από αυτές προέκυπτε η χρονολόγηση και οι κτίτορες του ναού. Τις τοιχογραφίες -όσες κατέστη δυνατόν - τις αποτείχισαν πριν τον κατακλυσμό, έμειναν αποθηκευμένες για χρόνια σε αποθήκες της ΔΕΗ στο Υδροηλεκτρικό εργοστάσιο Καστρακίου, φέρεται δε στη συνέχεια να κατέληξαν άλλες στα Ιωάννινα άλλες δε στο Βυζαντινό Μουσείο Αθηνών.
Στα λοιπά κτίσματα που χάθηκαν με τη λίμνη, σημειώνονται 2 νερόμυλοι, 3 ελαιοτριβεία ενώ 2 δημοτικά σχολεία λειτούργησαν για τελευταία σχολική χρονιά το 1967 στο Αμπελάκι και στηνΠρεβέτζα. Ειδική κατασκευή και ιστορία είχε η πεζογέφυρα πάνω από τον Ίναχο: ήταν κατασκευασμένη με συρματόσχοινα δεμένα από πλατάνια αμφίπλευρα του Ίναχου και με πέταβρα σαν δάπεδα και παραπέτια. Παρά την μεγάλη της ταλάντωση, υπήρξε ασφαλής και εξυπηρέτησε τα τελευταία χρόνια της ζωής του τόπου. Από τον φυσικό πλούτο των πνιγμένων τόπων σημειώνονται τα Ιαματικά Λουτρά (η Μαρδάχα) της Πρεβέτζας που συγκέντρωναν πλήθος παραθεριστών μέχρι και τον κατακλυσμό του τόπου.
Οι μεγάλες σπηλιές της Πρεβέτζας επίσης αποτελούσαν μνημεία της φύσης που σε μεγάλος μέρος κατακλύσθηκαν απ΄τη Λίμνη χωρίς να έχουν εξερευνηθεί πλήρως. Στο πιο μεγάλο σπήλαιο, η δυσχερέστατη είσοδος παραμένει εκτός λίμνης αλλά μετά από 500 περίπου μέτρα η επικλινής σπηλιά συναντάει τα νερά της λίμνης. Μαζί με τον πλούσιο φυσικό διάκοσμο των σπηλαίων, ενδιαφέρον παρουσίαζει η τεράστια αποικία νυκτερίδων. Μαζί μ' αυτές αναφέρονται και άλλα βιολογικά είδη που ενδεχομένως εγκυμονούν κινδύνους (αλλεργίες, μολύνσεις...) για τυχόν επίδοξους ερασιτέχνες εξερευνητές. Αντίθετα τα σπήλαια αυτά, για ειδικούς επιστήμονες, σπηλαιολόγους [1], βιολόγους μπορεί και πρέπει να τύχουν της μελέτης των.
Οι περισσότεροι παλαιοί κάτοικοι μετανάστευσαν στο Αγρίνιο συνεχίζοντας κατα κανόνα τις αγροτικές ενασχολήσεις κυρίως με την καπνοκαλιέργεια. Λιγότεροι κατέληξαν στην Αθήνα. Τα τελευταία χρόνια, μαζί με τους λίγους εναπομείναντες κατοίκους, ανοίγουν και άλλα λίγα σπίτια του χωριού, κυρίως σαββατοκύριακα, καλοκαίρια ή την εποχή μαζέματος της ελιάς, από γόνους της αναγκαστικής μετανάστευσης, που επισκεύασαν τα πατρικά τους σπίτια ή έκτισαν εξ' αρχής -εξοχικά πλέον- στον τόπο, που παραμένει όμορφος.

Στα πόδια του οικισμού σήμερα απλώνεται η Λιμνη Καστρακίου που αποκατέστησε εν μέρει τις ομορφιές που καταστράφηκαν από την βίαια διατάραξη της φύσης. Οι χαμένες αυτές ομορφιές των Μαλατεϊκων, οι χαμένες μνήμες, οι καταγεγραμμένες και μη αρχαιότητες και τα μνημεία που κατεστράφησαν, η συνακόλουθη βίαιη μετακίνηση πληθυσμών, η βίαιη αλλαγή της γεωγραφίας του τόπου και εν τέλει η σημερινή -μάλλον καθολική- αμφισβήτηση της μέσω μεγάλων φραγμάτων ενεργειακής αξιοποίησης των ποταμών, όλα μαζί αποτελούν πτυχές από όσα συνέβησαν και όσα ακόμα σχεδιάζονται είς βάρος του Αχελώου Ελληνική Εταιρεία Προστασίας της Φύσης.

Βιβλιογραφία : 1. ΚΑΤΣΑΝΤΩΝΗΣ, Δημήτρη Σταμέλου, εκδ. Ι.Δ.ΚολλΑΡΟΥ, 1988

Δευτέρα 11 Φεβρουαρίου 2013

ΜΑΛΑΤΕΙΚΟ video

Αντώνης Κατσαντώνης


Σύμφωνα με την παράδοση καταγόταν από το Βασταβέστι ή Βασταβέτσι (Πετροβούνι) της Ηπείρου από σαρακατσάνικη οικογένεια, εξ ου και το παρεπώνυμο Κάτσο Αντώνης[εκκρεμεί παραπομπή]. Το κανονικό του όνομα ήταν Αντώνης Μακρυγιάννης, ο Γιάννης Μακρυγιάννης, ο πατέρας του Κατσαντώνη, καταγόταν επίσης από το Βασταβέτσι. Επειδή όμως είχε αναπτύξει κλέφτικη δράση, πήγε και εγκαταστάθηκε τελικά στο Μάραθο (Μύρισι) Αγράφων Ευρυτανίας, όπου παντρεύτηκε την Αρετή, κόρη του επίσης κλεφτοκαπετάνιου στα Άγραφα Βασίλη Δίπλα.
Το ζευγάρι απέκτησε τρία αγόρια: τον Κατσαντώνη, ο οποίος γεννήθηκε στο Μάραθο και που πήρε το όνομα του σύμφωνα με άλλη παράδοση από τη παράκληση της μάνας του να μην πάει στα βουνά ως αρματολός και του έλεγε «Κάτσε Αντώνη, κάτσε Αντώνη»[1], τον Κώστα Λεπενιώτη, που γεννήθηκε στη Λεπενού Αιτωλοακαρνανίας, εξ ου και το επώνυμό του, και τον Γιώργο Χασιώτη, που γεννήθηκε στα Χάσια, απ΄ όπου και το επίθετο του.
Αρκετοί άλλοι μελετητές αναφέρουν πως το ζευγάρι είχε έναν ακόμη γιο το Χρήστο ή Κούτσικο, που πέθανε φυλακισμένος από τους Τούρκους στα Μετέωρα, καθώς και μια κόρη, τη Κατερίνα, που παντρεύτηκε κατόπιν στο χωριό Βελαώρα των Απεραντίων αλλά δεν είναι γνωστό με ποιόν. Στο Μάραθο γεννήθηκε το πρώτο παιδί της οικογένειας, ο Αντώνης, ο μετέπειτα γνωστός ως Κατσαντώνης το 1775.
Πριν ξεκινήσει την επαναστατική του δράση ήταν βοσκός στο κοπάδι του πατέρα του και είχε γυρίσει όλα τα βουνά των Αγράφων. Σύμφωνα με ορισμένες πηγές παντρεύτηκε μια τσελιγκοπούλα που ονομαζόταν Αγγελική Δράκου και έκανε μαζί της έναν γιο, τον Αλέξανδρο, αλλά οι πληροφορίες για αυτούς είναι λιγοστές και δεν έχουν εξακριβωθεί.
Σύμφωνα με την τοπική παράδοση ο Κατσαντώνης έμενε με τους γονείς του στη Λεπενού όταν καταγγέλθηκε (το 1800 ή 1802), άδικα κατά κάποιους[2], στον Αλή Πασά από κάποιον Γιάγκο Καραγκούνη πως όλη η οικογένεια του Γιάννη Μακρυγιάννη προέβαινε σε συστηματική ζωοκλοπή σε όλη την ευρύτερη περιοχή. Τότε ο Αλή Πασάς διέταξε τη σύλληψή του μαζί με το γιο του, τον Κατσαντώνη οι οποίοι και οδηγήθηκαν στις φυλακές των Ιωαννίνων. Τότε ο Κατσαντώνης υποχρεώθηκε για να πετύχει την ελευθερία του πατέρα του να καταβάλει ένα μεγάλο χρηματικό ποσό, όπως κι έγινε.

Έναρξη συμπλοκών [Επεξεργασία]

Ο Κατσαντώνης ορκίσθηκε τότε να ξεπλύνει τη ντροπή της οικογενείας του με τα όπλα παρατώντας τη βοσκή. Έτσι αφού σκότωσε τον «Μπουλούκμπαση» Γιάγκο Καραγκούνη, επιδόθηκε εν συνεχεία σε ληστείες και κλοπές, στην αρχή κατά των χαρατζήδων ( δηλ. αυτών που εισέπρατταν τους φόρους για λογαριασμό των Τούρκων) και των σπαχήδων (εξισλαμησθέντων στρατιωτών ιππέων) του Αλή Πασά. Ο Αλή Πασάς όταν το έμαθε προκειμένου να τον εκφοβίσει διέταξε για δεύτερη φορά τη σύλληψη του πατέρα του, τη δήμευση της περιουσίας του και την πυρπόληση της οικίας του. Αλλά ενώ ο πατέρας του Κατσαντώνη μαζί με κάποιους εκ των συγγενών του πέθαινε στις φυλακές της Άρτας[1], ο Κατσαντώνης ενισχύθηκε με ομάδες κλεφτών των αδελφών του Λεπενιώτη και Χασιώτη καθώς και μ΄ εκείνων των Δίπλα και Τσόγκα οπότε και άρχισε ένας αμείλικτος αγώνας μεταξύ των Δερβεναγάδων του Αλή και των παραπάνω συμμοριών με κύρια θέατρα συμπλοκών τα Άγραφα, τον Βάλτο, το Ξηρομέρι και άλλες περιοχές. Μάχες στις μάχες, ενέδρες στις ενέδρες και προδοσίες στις προδοσίες συμπλήρωναν όλον εκείνο τον αγώνα. Τίποτα όμως δεν κατόρθωναν οι «Αληπασίτες» κατά του αεικίνητου Κατσαντώνη που παρέμενε κάθε φορά ασύλληπτος.
Αντ΄ αυτών, ο ιστορικός Φραγκίστας περιορίζοντας τα γεγονότα κατά το επιεικέστερο επί των παραδόσεων, αναφέρει πως ο Κατσαντώνης στα εικοσιπέντε του χρόνια, (1802), εγκατέλειψε τον ποιμενικό βίο και έγινε κλέφτης, έπειτα από κάποιο περιστατικό που του συνέβη μ' έναν Τούρκο. Είχε συλληφθεί και αφού δάρθηκε από ένα μπουλούκμπαση με την κατηγορία της ζωοκλοπής, αφέθηκε ελεύθερος αφού κατέβαλε πολλά λύτρα. Μόλις ο Κατσαντώνης απελευθερώθηκε, σκότωσε τον μπουλούκμπαση και υποχρεώθηκε έτσι, φυγοδικώντας, να στραφεί στην κλέφτικη ζωή. Εδώ αξίζει να αναφέρουμε ότι πολλοί μελετητές πιστεύουν ότι το όνομα Κατσαντώνης προέρχεται από την τούρκικη λέξη "Kaηan" (Κατσάν) που σημαίνει φυγόδικος[εκκρεμεί παραπομπή]. Εντάχθηκε στην ομάδα του παππού του Δίπλα, που λέγεται κατά την παράδοση ότι ήταν και νονός του. Αργότερα τον ακολούθησαν και τα δυο μικρότερα αδέρφια του, ενώ χάρη στις ικανότητες του Κατσαντώνη ο Δίπλας αύξησε τη δύναμη του ασκεριού του και όταν σε προχωρημένη ηλικία ένιωσε τις δυνάμεις του να τον εγκαταλείπουν παρέδωσε τα ηνία της ηγεσίας της κλεφτουριάς των Αγράφων στον εγγονό του Κατσαντώνη. Ο Αλή πασάς των Ιωαννίνων εξόντωσε την οικογένειά του μόλις έμαθε ότι το αρματολίκι των Αγράφων ξεσηκώνεται εναντίον του από τον Κατσαντώνη, αυτός με τη σειρά του για να τον εκδικηθεί εξόντωσε πολλούς Τουρκαλβανούς σε διάφορες ενέδρες και μάχες. Το 1807 έφερε μια τιμητική διάκριση για τον Κατσαντώνη, αφού είχε σκοτώσει τονΒεληγκέκα[1], γνωστό μας από το θέατρο Σκιών.

Συνδιαλλαγή [Επεξεργασία]

Εκείνη την περίοδο είχε ξεσπάσει παράλληλα και ο σφοδρός διωγμός των λεγομένων Ασίζηδων και Ζορμπάδων (κλεφτών) οι οποίοι κι αυτοί είχαν καταφύγει ομοίως στα Άγραφα. Έτσι ο Αλή Πασάς μετά τον ατελέσφορο μέχρι τότε αγώνα προσπάθησε με χρηματισμό να διασπάσει την ενωμένη κλεφτουριά των Αγράφων. Σ΄ εκείνη λοιπόν τη πρόσκληση ο Κατσαντώνης απαίτησε 300 «λουφέδες» (=μισθούς, για τα ισάριθμα παλικάρια του). Ο Αλής δεν δέχθηκε και οι συγκρούσεις άρχισαν ακόμη σφοδρότερες από τον Βάλτο μέχρι το Πήλιο. Στη δεκαετία του 1790 - 1800 ο Κατσαντώνης απέκρουσε όλες τις εναντίον του επιχειρήσεις των τουρκαλβανών όπως του Χασάν Τζαπάρη και Σουλεϊμάν Μπότα, αδελφούς του περιβόητου σιλιχτάρη του Αλή Πασά. Πράγματι την εποχή εκείνη ο Κατσαντώνης αποτέλεσε την ψυχή της κλεφτουριάς. Έτσι το 1805 φόνευσε ο ίδιος και τον Βεληγκέκα, έναν από τους στρατηγούς του Αλή Πασά που είχε εκστρατεύσει κατά της κλεφτουριάς και πίστευε προηγουμένως πως θα έφερνε το κεφάλι του Κατσαντώνη στα Γιάννενα. Μετά την εξόντωση των Σουλιωτών (1804), ο Αλή Πασάς επεδίωξε νέα συμφωνία με τον Κατσαντώνη όπου αυτή τη φορά τον έπεισε, δεδομένου ότι η υγεία του δεύτερου είχε κλονισθεί ήδη σοβαρά. Τότε ο Κατσαντώνης δέχθηκε πλέον το αρματολίκι των Αγράφων όπου και απ΄ αυτό το έτος χαρακτηρίζεται αρματολός.
  • Σημειώνεται πως κατά το διάστημα 1804 - 1806 τάχθηκαν διάφορες γνωστές προσωπικότητες του ελληνικού χώρου στο πλευρό του, όπως ο Γεώργιος Καραϊσκάκης και ο Δήμος Τσέλιος. Αναφέρεται ότι βρίσκονταν σε επαφή με κλεφταρματολούς για μία ευρύτερη εξέγερση των «ραγιάδων».

Εθνική συνείδηση [Επεξεργασία]

Τη περίοδο αυτή της «νομιμότητας» ο Κατσαντώνης κλήθηκε από τους Ρώσους προκειμένου να καταταχθεί στα ρωσικά στρατεύματα της Επτανήσου. Αυτός όμως αρνήθηκε θεωρώντας την παρουσία του αναγκαιότερη στ΄ Άγραφα. Στη συνέχεια το 1807 προσκλήθηκε από τον προύχοντα της Επτανήσου Ι. Καποδίστρια, μετέπειτα κυβερνήτη της ελεύθερης Ελλάδος, που πραγματοποίησε στη Λευκάδα «Συνέλευση των Κλεφταρματολών» αναγνωρίζοντας τον Κατσαντώνη ως Γενικό Αρχηγό των Κλεφτών στη Δυτική Ελλάδα, προκειμένου να σώσουν τη Λευκάδα από την απληστία του Αλή Πασά ή το πιθανότερο από την εντολή που είχε πάρει εκείνος από την Υψηλή Πύλη της εκδίωξης των Ευρωπαίων από τα παράλια του Ιονίου. Στη συνάθροιση εκείνη που έσπευσε ο Κατσαντώνης πείθοντας και τ΄ αδέλφια του να εγκαταλείψουν τις καπεταναρίες, συμμετείχαν επίσης ο Φώτος Τζαβέλας, ο Κίτσος Μπότσαρης, ο Νικόλαος Περραιβός, οιΜπουκουβαλαίοι, ο Νότης Μπότσαρης, τα αδέρφια Κώστας και Γιώργος Στράτος, καθώς και ο Μήτσος Κοντογιάννης.
  • Εδώ αξίζει ν΄ αναφερθεί ότι ο ιστορικός Δημήτριος Φωτιάδης αποκαλεί το σώμα του Κατσαντώνη ως «Στρατιωτική Ακαδημία του Κλεφτοπολέμου» και έχει δίκιο καθώς από το ασκέρι του πέρασαν οι Γιώργος Χασιώτης, Κώστας Λεπενιώτης, ο Δημοτσέλιος (γνωστός ως «Γεροδήμος»), ο Γιάννης Τσιόγκας και ο Γεώργιος Καραϊσκάκης.
Τότε ο Κατσαντώνης ορκίσθηκε να εργαστεί υπέρ της Παλιγγενεσίας, επιδεικνύοντας πλέον εθνική συνείδηση, και τάχθηκε υπό τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη. Ίσως τότε ο Κατσαντώνης να «θαυματουργούσε» και εκεί αν δεν μεσολαβούσε η συνθήκη του Τιλσίτ με την οποία τα Επτάνησα πέρασαν ξανά στη γαλλική κυριαρχία.

Το τέλος [Επεξεργασία]

Επανερχόμενος ο Κατσαντώνης στ΄ Άγραφα ήδη προσβεβλημένος από ευλογιά από παιδική ηλικία αποσύρθηκε των περιπετειών, το καλοκαίρι του 1808. Παρά τις προσπάθειες του γιατρού του, Θανάση Ντουφεκιά, η κατάσταση του ήταν μη αναστρέψιμη. Έτσι μαζί με τ΄ αδέλφια του και τεσσάρων συντρόφων του διέμενε κρυμμένος σε κάποιο σπήλαιο της Ακαρνανίας, στο βουνό «Μοναστηράκι» των Αγράφων σε μια άγρια και δυσπρόσιτη περιοχή[1]. Εκεί τον περιποιούνταν ο γιατρός του Ντουφεκιάς και για την ασφάλεια του άφησαν 5 κλέφτες με τον Γιώργο Χασιώτη επικεφαλής. Το πολεμικό σώμα του Κατσαντώνη ανέλαβε να διοικεί ο άλλος του αδερφός ο Κώστας ο Λεπενιώτης. Μόνο ένας βοσκός γνώριζε τη θέση του σπηλαίου ο οποίος και τροφοδοτούσε τους κρυπτόμενους.
Η ασθένεια και ο τόπος απόκρυψής του τελικά προδόθηκε στον Αλή Πασά, (από κάποιο Γκούρλια, κατά άλλους ο προδότης ήταν ένας καλόγερος, άλλοι πιστεύουν ότι τον πρόδωσε μια γριά που πούλαγε βότανα και μαγγανείες, ενώ τέλος άλλοι πιστεύουν ότι τον πρόδωσε παρά τη θέληση του, ύστερα από βασανιστήρια ένας φίλος του Κατσαντώνη που ονομαζόταν Σιούρτας), ο οποίος και έστειλε τον έμπιστό του μουχουρντάρη (=σφραγιδοφύλακα) Άγο Βασσιάρη με 800 άνδρες να τον συλλάβει. Ενώ αρχικά πουθενά δεν βρισκόταν το σημείο απόκρυψης κάποιοι εντόπισαν τον βοσκό που μετά από θηριώδη βασανιστήρια αποκαλύφθηκε το σημείο του σπηλαίου. Όταν άρχισε η πολιορκία ο Χασιώτης άρπαξε τον αδελφό του στο ώμο όπου και διέφυγαν. Μετά από επτά ώρες καταδίωξη τελικά κυκλώθηκαν μέσα σε χαράδρα όπου και αναγκάστηκαν να συνθηκολογήσουν με τον Άγο Βασιάρη. Ο τελευταίος όμως αθετώντας το λόγο του αφού τους έδεσε τους οδήγησε θριαμβευτικά στα Γιάννενα[1].
Ο Αλή Πασάς δέχθηκε αρχικά με ευγένεια τον Κατσαντώνη τάζοντάς του ακόμα και πατρική στοργή αν δεχόταν να του φανερώσει που είχε κρυμμένους τους περιβόητους θησαυρούς που λέγονταν πως είχε από τις πολυάριθμες λαφυραγωγήσεις και ληστείες που είχε διαπράξει, και που από τις έρευνες του μουχουρντάρη δεν βρέθηκαν στο σπήλαιο. Ο Κατσαντώνης όμως δεν απαντούσε με συνέπεια να οδηγηθεί τελικά μαζί με τον αδελφό του Χασιώτη στον ιστορικό πλάτανο όπου και υπέστη το μαρτυρικό θάνατο δια της συντριβής των οστών του[1]. Κατά τη διάρκεια του μαρτυρίου του, περιφρονητικά ακούσθηκε να λέγει μέσα σε παραλήρημα που έμεινε ιστορικό: «έρμα γρόσια, έρμα γρόσια».
Η παράδοση θέλει τον Κατσαντώνη κατά τη διάρκεια του μαρτυρίου του να τραγουδά περήφανα ώστε να μη δείχνει τον πόνο του αλλά να ξεψυχάει πρώτος, εφόσον ήταν και άρρωστος, ενώ μετά από λίγο πέθανε και ο αδερφός του.
  • Σημειώνεται ότι τον σκληρό Τουρκαλβανό Άγο Μουχουρντάρη εκδικήθηκε για την σύλληψη του Κατσαντώνη ο Σουλιώτης Μάρκος Μπότσαρης στη μάχη του Κεφαλόβρυσου Καρπενησίου (1823), κατά την οποία τον σκότωσε ο ίδιος.

Μάχες [Επεξεργασία]

Εδώ θα γίνει αναφορά στις μάχες που έδωσε και κέρδισε ο Κατσαντώνης με τους κλέφτες του εναντίον των ασκεριών που έστελνε ο Αλή πασάς για να τον εξοντώσουν.
  • 1803- Μάχη στη Τριφύλλα Κλειστού (Νεράιδας) εναντίον 300 Τουρκαλβανών υπο τις διαταγές του δερβέναγα Ιλιάσμπεη.
  • 1803- Μάχη στο Κεράσοβο εναντίον 500 Τουρκαλβανών και θάνατος του Ισλιάμπεη
  • 1804 - Μάχες στις Γούστρες Ξηρόμερου και στη Κατούνα εναντίον 500 Τζοχανταραίων υπο τις διαταγές των Γιουσούφ Αράπη και Κατζού Μουσταφάμπεη.
  • 1806 - Μάχη στου Πουλιού τη Βρύση και της Τατάρνας εναντίον αγνώστου αριθμό Τουρκαλβανών με αρχηγό τον Χασάν Μπελούση και ενός δεύτερου σώματος Τουρκαλβανών που στάλθηκε προς βοήθεια του πρώτου με αρχηγό τον Μπεσίαρη Μπέη.
  • 1806 – Μάχη στο Μαλατέικο λημέρι εναντίον 500 Τουρκαλβανών με αρχηγό τον δερβέναγα Αλούς Μπεράτη.
  • 1806 – Μάχη στη περιοχή Ληστής εναντίον 300 Τζοχανταραίων του δερβέναγα Μπεκίρ Τζογαδούρου.
  • 1807 - Μάχη στου Προσηλιάκου και ο θάνατος του Βεληγκέκα.
Στο χιλιοτραγουδησμένο αυτό κατόρθωμα του Κατσαντώνη θα δώσουμε ιδιαίτερη βαρύτητα καθώς ήταν το μεγαλύτερο ασκέρι που είχε στείλει ο Αλή πασάς (700 με 800 κατά ορισμένους μελετητές ή 1000 άντρες χωρισμένοι σε 2 σώματα των 500 κατά άλλους) και με το καλύτερο διοικητή του τον δερβέναγα Βεληγκέκα και με υπαρχηγό τον Γιουσούφ Αράπη.
  • 1807 - Μάχη στο «Γρεβενοδιάσελο» Βουλγάρας εναντίον του Άγο Μουχουρντάρη με 1000 Τούρκους στις διαταγές του. Σε αυτή τη μάχη πέθανε ο νονός και παππούς του Κατσαντώνη, που παρότι παραιτήθηκε από την ηγεσία του σώματος του υπέρ του εγγονού του, δεν εγκατέλειψε ποτέ τον αγώνα εναντίον των Τούρκων.
  • 1808 - Μάχη στη Σπινάσα εναντίον 300 Τουρκαλβανών του Χασάν Μπελούση.

Λαϊκή παράδοση [Επεξεργασία]

Στη μνήμη των κατοίκων της περιοχής των Αγράφων διατηρήθηκε το όνομα του οπλαρχηγού Κατσαντώνη. Ακόμα και σήμερα στα μέρη των Αγράφων ακούμε διάφορα τοπωνύμια που έχουν πάρει το όνομα του ηρωικού αυτού κλέφτη, όπως «Το γεφύρι του Κατσαντώνη», «Του Κατσαντώνη η βρύση», «Τα ταμπούρια του Κατσαντώνη», «Η σπηλιά του Κατσαντώνη» και «Του Κατσαντώνη το μπογάζι». Ακόμα πολλά δημοτικά άσματα αναφέρονται στα κατορθώματα του.
  • Για το θάνατο του Βεληγκέκα έγραψαν:
«Δεν είν' εδώ τα Γιάννενα,
δεν είν' εδώ ραϊάδες,
για να τους ψένεις σαν τραγιά,
σαν τα παχειά κριάρια,
εδώ 'ναι λόγγοι και βουνά
και κλέφτικα τουφέκια.
Τρία τουφέκια τώδωκαν,
τα τρί - αράδ - αράδα,
Τόνα τον πήρε ξώδερμα
και τ' άλλο στο κεφάλι
το τρίτο το φαρμακερό
τον πήρε στην καρδιά του.
Το στόμα αίμα γιόμισε,
τα χείλη του φαρμάκι»
  • Για τη σύλληψή του Κατσαντώνη τραγουδάνε:
«Κάρτε σκρούετ Αλή πασά o Κατσαντώνης ταναξίνε». (χαρτί έγραφε ο Αλή πασάς να πιάσουνε τον Κατσαντώνη).
Αϊντε Αντων' μωρ' Αντων'
μωρ' Αντων' Μωρ' Αντων'
Κατσαντώνη ταναξίνε
με ντουφέκια μοσιβρίνε (τον Κατσαντώνη να πιάσουν ζωντανό, με τουφέκια να μην τον βαρέσουν).
«Δυο γύφτοι τον εστρώσανε δεμένονε στ’ αμόνι
κι αρχίσανε με το σφυρί να τον πελεκάνε.
Σκλήθρες πετάν τα κόκαλα, σκορπάνε τα μεδούλια,
νεύρα, κομμένα κρέατα, σέρνονται σαν ξεσκλίδια
και κείνος τηράει τον ουρανό και γλυκοτραγουδάει:
Χτυπάτε, πελεκάτε με σκυλιά, τον Κατσαντώνη
δεν τον τρομάζει Αλήπασας, φωτία, σφυρί κι αμόνι.»
  • Τον αγώνα εναντίον των Τουρκαλβανών του Αλή Πασά συνέχισε ο αδελφός του Κώστας, γνωστός με το προσωνύμιο «Λεπενιώτης», σύμφωνα με την εντολή του αδελφού του:
«Φουχτιά να βάλει στ' ΄Αγραφα, στου Μέγα μαναστήρι,
για να καεί κ' ηγούμενους μ' όλους τους καλοΐρους,
που παν κι μη προυδώσανι στους σκυλουαρβανίτις».
Απ' αυτό το τραγούδι τίθεται μια νέα εκδοχή για το πώς προδόθηκε. Αν δηλαδή προδόθηκε από τον ηγούμενο ή όπως λέει μια άλλη παράδοση από τον Γκούρλια, που έμαθε για το κρησφύγετό του από μια γριά, που του πήγαινε φαγητό.
  • Τέλος στο Θέατρο Σκιών ξεχωριστεί θέση καταλαμβάνει η μορφή του Κατσαντώνη και του παππού του Δίπλα, καθώς και του ηττημένου Βεληγκέκα.